Μετά από μια Παρασκευή πρωί που η ώρα στη δουλειά δε περνούσε με τίποτα επιτέλους ήρθε η ώρα για την επιβίβαση στο λεωφορείο. Τα πρόσωπα  χαμογελαστά και έτοιμα για εξόρμηση στην αγκαλιά της βόρειας Ελλάδας. Οι ώρες πολλές και γέμιζαν με ανέκδοτα και γέλια. Μετά από πολλές ευθείες και ακόμα περισσότερες στροφές, και αφού έξω είχε για τα καλά νυχτώσει, φτάσαμε στο καταφύγιο. Σίγουρα δεν ήταν αυτό που περίμενα μιας και επρόκειτο για ένα ζεστό και όμορφο κτίριο που έφερνε πιο πολύ σε καφέ - ξενοδοχείο παρά σε κατάλυμα ανάγκης. Φανταστείτε την απογοήτευσή μου όταν μου είπαν πως δεν είχε θέση για εμάς τους 6 τελευταίους και πως θα μας πήγαιναν σε κάποιο σπίτι στο διπλανό χωριό... Φορτώσαμε τα πράγματά μας λοιπόν και με την κούραση στους ώμους μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Μετά από 3 χιλιόμετρα καταλάβαμε το πόσο προνομιούχοι ήμασταν εμείς οι τελευταίοι. Το σπίτι ήταν υπέροχο, ξύλινο και μέσα στη μαγευτική Βοβούσα Ιωαννίνων. Μετά από λίγα τσιπουράκια στην κουζίνα βγάλαμε τα όργανα και οι κιθαριές και οι πενιές μας έστειλαν σιγά σιγά για ύπνο.

                Βάρβαρο όμως το ξύπνημα το πρωί. Μετά από ένα σύντομο όμως δυνατό πρωινό κινήσαμε να βρούμε τους υπόλοιπους για την πρώτη ορειβατική μέρα της απόδρασης προς την κορυφή Φλέγγα. Η διαδρομή γιο το σημείο εκκίνησης μας επιφύλασσε όμορφη θέα στη τεχνητή λίμνη του Αώου. Και κάπου εκεί το περπάτημα ξεκινά, με μικρές ανηφορίτσες μέσα από το οδικό δίκτυο. Ο καιρός χειροτέρευε όμως και το ψιλόβροχο δεν άργησε να φέρει τη βροχή. Κάπου εκεί συγκεντρωθήκαμε όλοι στο στεγασμένο προαύλιο χώρο του καταφυγίου του Μαυροβουνίου όπου η Αρχηγός της εξόρμησης μας ενημέρωσε πως θα πρέπει λόγω συνδυασμού ομίχλης-κακοκαιρίας και για την ασφάλεια της ομάδας να γυρίσουμε πίσω. Μια σοφή απόφαση μιας και δεν ήταν όλα τα μέλη έμπειρα και καλά εξοπλισμένα για τις καιρικές συνθήκες. Βέβαια κατά την κάθοδο προς το λεωφορείο μας επισκέφθηκε το χιόνι κι έτσι απολαύσαμε τη διαδρομή με τις νιφάδες να δροσίζουν τα πρόσωπά μας.

                Κι έτσι η ορειβατική μέρα μετετράπη σε τουριστική. Στο πανέμορφο Μέτσοβο που βρεθήκαμε οι καφετέριες ήταν γεμάτες. Όλοι με τα καλά τους για τη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου μας κοιτούσαν καλά, καλά που ήμασταν λασπωμένοι από τη διαδρομή, αλλά τα ζεστά μας ροφήματα ήταν μια λύτρωση που μας έκανε να ξεχάσουμε τους γύρω μας. Ακολούθησε μια βόλτα και γεύσεις από τοπικά εδέσματα και κινήσαμε για τα καταλύματά μας.

                Μετά από έναν καλό ύπνο και εκμεταλλευόμενος την αλλαγή της ώρας ξύπνησα έχοντας μερικές αμφιβολίες για το αν έκανα καλά που διάλεξα την ανάβαση για το όρος Αυγό αντί για την ευκολότερη διαδρομή του αρκουδορέματος. Πήγαινε καιρός που δεν είχα κάνει κάτι το δύσκολο και δεν ήξερα πως θα ανταπεξέλθω. Είχα όμως ξεκουραστεί καλά και μετά από ένα σκέτο ελληνικό και λίγο πρωινό ξεκίνησα για το σημείο εκκίνησης. Η πέτρινη γέφυρα που ένωνε τις δύο όχθες του Αώου, στις οποίες είναι χτισμένη η Βοβούσα, είχε ποζάρει για να τη φωτογραφίσουμε οι δύο πρώτοι συνοδοιπόροι μέχρι να έρθουν και οι άλλοι εννιά. Μαγευτικά τα παλιά πέτρινα μονοπάτια του χωριού, γεμάτα με φύλλα που σκόρπισε το φθινόπωρο, μας οδήγησαν σε κάποιο παλιό αλώνι με θέα τον οικισμό. Η πορεία μας μέσα από τα χωράφια μας έστειλε στο δάσος όπου ανάμεσα στα δέντρα συναντήσαμε ένα κτηνοτρόφο με τα ζωντανά του. Δυο κατοστάδες βοοειδή που τα φυλούσαν τσοπανόσκυλα και δε μας άφηναν να φτάσουμε κοντά. Μετά από κάμποσο περπάτημα άρχισαν οι ζόρικες ανηφόρες και η πλαγιά του βουνού είχε τον άνεμο για φίλο. Το κρύο ήταν αρκετό και ήταν ακόμα μια από τις φορές που αναρωτιόμουν γιατί αφήνω το σπιτάκι μου και τρέχω στα βουνά. Όμως ξαφνικά αντίκρισα την κορυφή με το χαρακτηριστικό κτίσμα πάνω της, μάλλον κάποιο ξεχασμένο παρατηρητήριο του στρατού. Όσο μας φυσούσε στην πλαγιά τόσο φιλόξενη ήταν οι κορφή. Ήλιος, άπνοια και καθαρή ατμόσφαιρα μας άφησαν να απολαύσουμε τη θέα των γύρω βουνών, του Ολύμπου στο βάθος, του Σμόλικα και της Γκαμήλας. Ελαφριά τα βήματά μας στην κάθοδο. Με γέλια και χωρίς να το καταλάβουμε φτάσαμε πάλι στη Βοβούσα. Αφού μοιραστήκαμε την εμπειρία μας με τους κάτω, και μάθαμε πως στο αρκουδόρεμα η ομάδα συνάντησε και μια τρομαγμένη αρκούδα, μαζέψαμε τα μπογαλάκια μας και κινήσαμε για την πόλη μας.

                Γράφοντας λοιπόν τις τελευταίες αυτές γραμμές καταλαβαίνω γιατί αφήνω το σπίτι μου και παίρνω τα βουνά. Η γλυκιά κούραση της ορειβασίας και η αίσθηση της κορφής σε κάνει να νιώθεις ότι δαμάζεις τον εαυτό σου.

 

Γιώργος Μπουρίκας