Προβολή άρθρων κατά ημερομηνία: Οκτώβριος 2018

Η Αρκαδία κρύβει πολλές ομορφιές που κάποιος αξίζει να τις ανακαλύψει και να τις εξερευνήσει. Μία από αυτές είναι φυσικά το Όρος Μαίναλο το οποίο υψώνεται στα 1.981μ στο κέντρο της Πελοποννήσου στο βορειότερο μέρος της. Πολλά θα ακούσει κανείς για την ομορφιά του Μαινάλου, μα μόνο όσοι το επισκέπτονται μπορούν να διακρίνουν την μοναδικότητά του και να θαυμάσουν κάθε σημείο αυτού του τόπου μέσα από τις ευχάριστες διαδρομές που προσφέρουν τα πολυάριθμα μονοπάτια του.

Από μικρή έχω επισκεφθεί αρκετές φορές το συγκεκριμένο μέρος της Αρκαδίας, όμως αυτή τη φορά είχα την ευκαιρία να το δω από διαφορετική όψη και να παρατηρήσω καλύτερα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Αυτό συνέβη την Κυριακή 07-10-2018 όπου με τον Ορειβατικό Σύλλογο Καλαμάτας, μαζί τους κι εγώ, ξεκινήσαμε με προορισμό το Μαίναλο. Η εξόρμηση αυτή περιελάμβανε και την επίσκεψη σε δύο από τα πολλά μικρά και γραφικά χωριά του βουνού, τη Στεμνίτσα και τη Δημητσάνα.

Η μικρή μας περιπέτεια είχε ως αφετηρία της το χωριό Στεμνίτσα. Από εκεί λοιπόν προχωρήσαμε έχοντας μαζί μας καλή διάθεση. Η κατηφόρα του μονοπατιού που ακολουθήσαμε αρχικά, μας οδήγησε σιγά-σιγά στην πρώτη μας στάση και το πρώτο αξιοθέατο, την Μονή Προδρόμου. Το εντυπωσιακό της στοιχείο είναι η τοποθεσία της, καθώς είναι χτισμένη κάθετα στο βράχο, πράγμα που σημαίνει πως η θέα είναι απλά υπέροχη και σε καταπλήσσει. Απολαύσαμε επίσης και τα κεράσματα που είχαν ετοιμάσει οι μοναχοί για όλους. Στη συνέχεια, το μονοπάτι που ακολουθήσαμε μας έφερε στο φαράγγι του Λούσιου ποταμού, ο οποίος είναι γνωστός για την επιβλητική φυσική ομορφιά του. Στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μας, ακούγαμε τον ήχο από την κίνηση του νερού. Επόμενος σταθμός για μας ήταν η Μονή Φιλοσόφου, το αρχαιότερο μοναστήρι της Αρκαδίας που βρίσκεται στη χαράδρα του Λούσιου. Από εκεί πήραμε μία ανάσα για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε και να ολοκληρώσουμε το υπόλοιπο μέρος της διαδρομής μας. Περάσαμε ανηφόρες, κατηφόρες, μικρά γεφύρια, συναντήσαμε καστανιές, ελιές και γεμίσαμε τις τσάντες μας με καρύδια. Φυσικά, δεν έλειψε και η διάθεση για τραγούδι παρά την κούραση. Λίγο πριν φτάσουμε στον τελικό μας προορισμό τη Δημητσάνα, περάσαμε από τους μπαρουτόμυλους και ύστερα στο Μουσείο Υδροκίνησης.

Αυτή η Κυριακή για μένα ήταν γεμάτη ζωή. Ευχαριστήθηκα κάθε σημείο της εκδρομής και σίγουρα απέκτησα μια αξέχαστη εμπειρία. Βέβαια, μια εκδρομή δεν την κάνει ξεχωριστή μόνο το μέρος στο οποίο θα πας αλλά και οι άνθρωποι που έχεις δίπλα σου. Εγώ γνώρισα όμορφους και χαρούμενους ανθρώπους με όρεξη και αγάπη για τη φύση, οι οποίοι δε σταμάτησαν να απολαμβάνουν τη διαδρομή και να την κάνουν ακόμη καλύτερη με το δικό τους τρόπο.

Βασιλική Αλεξοπούλου

 Ψάχνω να βρω λέξεις κατάλληλες να περιγράψουν την αίσθηση του περασμένου Σαββατοκύριακου και δυσκολεύομαι. Πώς να χωρέσεις τον Ταΰγετο σε λίγες γραμμές; Θα κάνω, ωστόσο, μια προσπάθεια.

 Σάββατο μεσημέρι, με όλες τις προδιαγραφές για μια ιδανική πεζοπορία, ξεκινήσαμε με τον Ορειβατικό Σύλλογο Καλαμάτας για το δάσος της Βασιλικής. Η διαδρομή – γνωστή πλέον – περνά μέσα απ’ την Καρδαμύλη και συνεχίζει ανηφορικά, έως ότου αντικρύσουμε τον φαινομενικά απέραντο φιδίσιο δρόμο, που καταλήγει στον προορισμό μας, προσφέροντας αλλεπάλληλες εικόνες απαράμιλλης φυσικής ομορφιάς. Το ταξίδι τελειώνει, οι σκηνές στήνονται, το φαγητό προσφέρεται, οι ομιλίες και τα γέλια κοπάζουν, ο ύπνος έρχεται, έστω και καθυστερημένα, και τα ξυπνητήρια χτυπούν. Ζεστός καφές και τσάι, αυγά και μπισκότα, φακοί στο κεφάλι, σακίδια στις πλάτες, χαμόγελα και ανυπομονησία και η πεζοπορία ξεκινά. 3.15 π.μ. 3 ώρες και 58 λεπτά για την ανατολή του ηλίου.

 Μέχρι το διάσελο για Προφήτη ή Χαλασμένο η διαδρομή είναι οικεία, γι’ αυτό και γρήγορη. Ύστερα ξεκινούν τα νέα μονοπάτια. Στόχος το Χαλασμένο, η πιο απαιτητική κορυφή του Ταϋγέτου. Πορεία με συνεχή σκαμπανεβάσματα, καθότι ανηφορική και ταυτοχρόνως το αντίθετο, άλλοτε με ανοιχτό τον ορίζοντα γύρω σου, άλλοτε ανάμεσα στα δέντρα του δάσους, μα πάντοτε κάτω από τον έναστρο ουρανό με το σχεδόν γεμάτο φεγγάρι του. Σε κάθε σου βήμα αναδύονται οι μυρωδιές του βουνού, με δεσπόζουσα αυτή της ρίγανης. Μικρά κλωνάρια στις τσέπες, για να τη θυμόμαστε και αύριο. Κι εκεί κατά το χάραμα, ξεκινά το πιο όμορφο κομμάτι της διαδρομής: η ανάβαση. Ο ένας πίσω απ’ τον άλλο κι έτσι ακολουθώ τα βήματά σου, σαν μικρά παιδιά που συνηθίζουν να αψηφούν τον κίνδυνο και να σκαρφαλώνουν στα πιο ψηλά δέντρα, στις πιο απότομες πλαγιές. Κι όλα αυτά τη στιγμή που πίσω ορθώνεται η πυραμίδα και ο ήλιος ξεπροβάλλει σιγά σιγά, σκορπίζοντας το φως του. Και τέλος, η κορυφή. 2.204 μ. και μια φαντασμαγορική θέα προς κάθε σημείο του ορίζοντα. Για πρώτη φορά η σκιά του Χαλασμένου μες στη θάλασσα κι εμείς να αναρωτιόμαστε αν είναι όντως δική του ή του Προφήτη Ηλία. Ίσως δεν έχει και τόση σημασία, τελικά.

 Ύστερα, η κατάβαση και η συσπείρωση στη σκιά του μεγάλου βράχου. Σπουδαίες αποφάσεις πάρθηκαν και η ομάδα χωρίστηκε στα δύο: άλλοι θα έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού και άλλοι τον δρόμο για μια δεύτερη κορυφή, αυτή τη φορά, την υψηλότερη του Ταϋγέτου. 9.15 π.μ. 9 ώρες και 55 λεπτά για τη δύση του ηλίου.

 Διάσελο Χαλασμένου και η δεύτερη ανάβαση για Προφήτη Ηλία στα σκαριά. Κουραστική, μα εξίσου εντυπωσιακή. Ό,τι αφήνεις πίσω κι ό,τι ξετυλίγεται μπροστά σου σού κρατούν συντροφιά διαρκώς, επιβεβαιώνοντας την απόφασή σου να συνεχίσεις. Είτε το έδαφος είναι ομαλό είτε ανώμαλο, είτε πατάς στα μαλακά είτε σε πέτρες, είτε σκαρφαλώνεις είτε πεζοπορείς, στο τέλος θα φτάσεις τις Πόρτες και θα δεις να διαγράφεται ολοκάθαρα το μονοπάτι για την κορυφή, ενώ στα αριστερά σου θα απλώνεται η Λακωνία. Μερικά λεπτά αργότερα βρίσκεσαι πια στο εκκλησάκι, στα 2.407 μ., και ατενίζεις το Μεσσηνιακό κόλπο και το Χαλασμένο απ’ τη μια, την Ελαφόνησο, τα Κύθηρα και αχνά τις κορυφές της Κρήτης απ’ την άλλη. Όλη η κούραση εξανεμίζεται και, ύστερα από τις απαραίτητες φωτογραφίες, παίρνουμε το δρόμο του γυρισμού. Επιστροφή στο σημείο εκκίνησης σχεδόν 12 ώρες μετά, με την κούραση και τη χαρά ταυτόχρονα χαραγμένες στα πρόσωπά μας. Αφού μοιραστήκαμε τις εμπειρίες μας και το φαγητό, ξεκουραστήκαμε μέσα στην ηρεμία του δάσους και ξεκινήσαμε για την οριστική επιστροφή στην Καλαμάτα.

 Τι απομένει, λοιπόν, ύστερα από ένα διήμερο στο βουνό, μισή ημέρα πεζοπορίας και δύο κορυφές; Μια γλυκιά κούραση γεμάτη αισιοδοξία, μικρές γρατζουνιές και μώλωπες που ποτέ δεν θα θυμηθείς πώς προέκυψαν, ένα ηλιοβασίλεμα μοιρασμένο στα αγγλικά και στα ελληνικά κι άλλο ένα για το οποίο μετρούσαμε αντίστροφα, μια πόρτα μισάνοιχτη, ορθάνοιχτη ή ερμητικά κλειστή κι ένα συναίσθημα αγαλλίασης κι ευγνωμοσύνης για όσα βίωνες ενώ ταυτόχρονα γίνονταν ανάμνηση, που ακόμα και τώρα, που το κείμενο αυτό τελειώνει, δεν κατάφερες να αποτυπώσεις στο χαρτί.

Για τον ΕΟΣ Καλαμάτας,

Ευτυχία Μιχαλοπούλου