Τα Άγραφα συχνά αναφέρονται και ως «θάλασσα από βουνά», απλώνονται σε τεράστια έκταση και μοιάζουν με ένα πέλαγος από κορυφές, διάσελα, χαράδρες, λίμνες, πυκνά δάση και αλπικά οροπέδια που διαδέχονται το ένα το άλλο μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Σε αυτό το μαγευτικό τόπο είχα την ευκαιρία να ταξιδέψω ως νέο μέλος του ΕΟΣ Καλαμάτας. Ξεκινήσαμε από τα γραφεία του συλλόγου το μεσημέρι και αργά το βράδυ της πρώτης μέρας φτάσαμε στο φιλόξενο καταφύγιο των Αγράφων, όπου ο Βλάσσης και η Ειρήνη μας σέρβιραν μακαρόνια με κιμά και ζεστά ροφήματα. Ακολούθησε ξεκούραση η οποία ήταν επιβεβλημένη μετά το πολύωρο ταξίδι μας αλλά και επειδή νωρίς την επόμενη μέρα μας περίμεναν οι κορυφές Τέμπλα και Βουτσικάκι. Η εκκίνηση μας έγινε στις 7.30 πμ από το καταφύγιο προς την πρώτη κορυφή Τέμπλα (περίπου στα 1800 μ.), με την ημέρα να ξημερώνει χωρίς πολύ κρύο ή προβλέψεις για βροχή. Ανεβαίνοντας στη ράχη της Τέμπλας, πήραμε ένα σύντομο μάθημα χρήσης ορειβατικού εξοπλισμού από τον αρχηγό της ομάδας και συνεχίσαμε την ανάβαση έχοντας πανοραμική θέα προς τη λίμνη Πλαστήρα και τις γύρω κορυφές. Ο ήλιος στάθηκε σύμμαχός μας κάνοντας το χιόνι μαλακό «τόσο όσο» και την ανάβαση μας πιο εύκολη. Από την κορυφή της Τέμπλας είχαμε ήδη οπτική επαφή με την κορυφή Βουτσικάκι η οποία δέσποζε ολόλευκη στο βάθος. Γύρω στα 400 μέτρα πριν το Βουτσικάκι χρειάστηκε να φορέσω για πρώτη φορά τα κραμπόν μου ώστε να μπορώ να έχω καλύτερη πρόσφυση στα παγωμένα σημεία της πλαγιάς. Από κει και πέρα με σταθερά και αργά βήματα και πολύτιμες συμβουλές από τους πιο έμπειρους συνορειβάτες κατάφερα να φτάσω λίγα μέτρα από την κορυφή. Η επιστροφή προς το καταφύγιο πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες μια ήπιας γοητευτικής χιονόπτωσης η οποία μας αποκάλυψε και μια άλλη όψη του βουνού σε σχέση με την ηλιόλουστη ανάβαση νωρίτερα.
Για την επόμενη μέρα η εξόρμηση ήταν προγραμματισμένη σε συνεργασία με τον ΕΟΣ Καρδίτσας, τα μέλη του οποίου συναντήσαμε νωρίς το πρωί στο Μουζάκι, από όπου αναχωρήσαμε προς το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου που ήταν και η αρχή του μονοπατιού προς την κορυφή Καράβα, την ψηλότερη των Αγράφων. Ο καιρός αρκετά κλειστός και η θερμοκρασία αισθητά χαμηλότερη από την προηγούμενη μέρα, παράγοντες που όμως δεν εμπόδισαν συνολικά 50 περίπου άτομα και από τους δύο συλλόγους να επιχειρήσουν για την κορυφή Καράβα. Η πορεία μας ξεκίνησε με αρκετή ομίχλη μέσα σε χιονισμένο δάσος οξιάς. Παρόλο που η ορατότητα μας ήταν μειωμένη, στοιχείο αποτρεπτικό για την ανάβαση, η φύση εξακολουθούσε να έχει μια κινηματογραφική γοητεία που έκανε την εμπειρία μοναδική και εντελώς διαφορετική από εκείνη της προηγούμενης μέρας. Καθώς ανεβαίναμε σε υψόμετρο, το δασωμένο τοπίο μας εγκατέλειψε όχι όμως και η ομίχλη, η οποία φαινόταν πως καθιστά αδύνατη την προσέγγιση της κορυφής ακόμα και υπό την καθοδήγηση των ντόπιων ορειβατών του ΕΟΣ Καρδίτσας. Μετά από 6 -7 ώρες πορείας η μέρα ολοκληρώθηκε με φαγητό σε τοπική ταβέρνα, γλέντι και χορό καθώς και ανανέωση του ραντεβού των δύο συλλόγων για μια επόμενη συν-ανάβαση στα βουνά του Ταϋγέτου.
Η τελευταία μέρα της εξόρμησης, μπορεί να ήταν μέρα επιστροφής, όμως υπήρχε χρόνος για μια μικρή πεζοπορία από το καταφύγιο των Αγράφων προς το χωριό Μπελοκομίτης. Το μονοπάτι αυτό, γνωστό και ως μονοπάτι των συνόρων, ήταν το πρώτο όριο των συνόρων Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1832. Περπατώντας στο ελατόδασος από το καταφύγιο προς το χωριό ήρθαν στο μυαλό μου οι φορές που συμμετείχα σε εξορμήσεις του συλλόγου ως παιδί με τους γονείς μου. Το βουνό ήταν για μένα παιχνίδι τότε, ενώ τώρα το ανακαλύπτω ξανά ως ενήλικας, διαπιστώνοντας πως τα οφέλη και τα δώρα του είναι πολλά περισσότερα από αυτά που μπορούσα να φανταστώ. Η σύνδεση με τη «μητέρα-φύση», η παρατήρησή της χωρίς περισπασμούς, η αδρεναλίνη ως κινητήριος δύναμη για το επόμενο βήμα, η πειθαρχία και η επίγνωση του δυνατού και του αδύνατου, είναι μαθήματα που λίγες ασχολίες μπορούν να προσφέρουν. Πέρα από τα παραπάνω που λογικά μπορεί να φανταστεί ο καθένας και να τα προσμετρήσει στα θετικά, υπήρξε και κάτι ακόμα που για μένα ήταν καθοριστικό: η δύναμη της ομάδας. Μια ομάδα βουνού μπορεί να αποτελείται από μέλη με πολύ διαφορετικό βαθμό εμπειρίας, διέπεται όμως από ένα κοινό κώδικα. Αυτός πλαισιώνει όλη την εμπειρία του βουνού, από τα πιο εύκολα ως τα πιο δύσκολα σημεία της ανάβασης, καθένας χρησιμοποιεί ως ασφάλεια τα βήματα του προπορευόμενου και ταυτόχρονα δημιουργεί τα βήματα που θα χρειαστούν οι επόμενοι. Εύχομαι να ακολουθήσουν για μένα και άλλες παρόμοιες εμπειρίες μέσα από τη δραστηριότητα του ΕΟΣ Καλαμάτας και να γίνει το βουνό όχι απλώς μια ολιγοήμερη απόδραση, αλλά ένας ολοκληρωμένος και απελευθερωτικός τρόπος ζωής.
Ελένη Παπαδοπούλου